Θα γίνει ο Μπάιντεν game changer στο γεωπολιτικό παιχνίδι της Τουρκίας;

Θα γίνει ο Μπάιντεν game changer στο γεωπολιτικό παιχνίδι της Τουρκίας;
Μάρτιος 29th, 2021

Θα γίνει ο Μπάιντεν game changer στο γεωπολιτικό παιχνίδι της Τουρκίας;

Οι εορτασμοί των διακοσίων ετών από την επανάσταση του 1821 κορυφώθηκαν. Οι εργασίες της τηλε-συνόδου κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης ολοκληρώθηκαν. Η πολυαναμενόμενη παρέμβαση του νέου Προέδρου των ΗΠΑ πραγματοποιήθηκε. Η “γραμμή” που οι εταίροι περίμεναν να πάρουν για να καθορίσουν την στάση τους απέναντι στην Τουρκία δόθηκε.

Η Ελλάδα πήρε τις διορθώσεις που ήθελε στο κείμενο των συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Το ίδιο και η Κύπρος, έστω και την τελευταία στιγμή. Η Τουρκία θα πρέπει τώρα να περιμένει μέχρι τον προσεχή Ιούνιο για να δει αν θα υπάρξει περαιτέρω πρόοδος στις σχέσεις της με τους 27.

Μέχρι τότε οι σχέσεις αυτές θα ισορροπούν μεταξύ “καρότου” και “μαστιγίου”. Η Άγκυρα θα είναι λογικά υποχρεωμένη να μετρά πολύ προσεχτικά τις κινήσεις της. Η συμπεριφορά της θα βρίσκεται υπό επιτήρηση. Τόσο σε ό,τι αφορά τον σεβασμό του Διεθνούς Δικαίου όσο και σε ό,τι αφορά τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των πολιτικών ελευθεριών. Το ίδιο και σε ό,τι αφορά στο μεταναστευτικό. Η Τουρκία καλείται να συνεργαστεί για την αποτροπή της παράνομης μετανάστευσης προς την Ευρώπη.

Ο ευρωπαϊκός κορσές παραμένει, λοιπόν, στενός για την Τουρκία. Οι κυρώσεις δεν έφυγαν από το τραπέζι. Οι όροι για την βελτίωση των σχέσεών της με την Ένωση έγιναν αυστηρότεροι αφού η Άγκυρα θα πρέπει να δώσει δείγματα όχι μόνον καλής διαγωγής αλλά και εκδημοκρατισμού. “Εάν η Τουρκία δεν προχωρήσει εποικοδομητικά, εάν επιστρέψει σε μονομερείς ενέργειες ή προκλήσεις ειδικά στην Ανατολική Μεσόγειο θα διακόψουμε τα μέτρα συνεργασίας» ήταν η ξεκάθαρη δήλωση της Προέδρου της Κομισιόν Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν μετά το πέρας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου.

Πλην των εγκωμίων που για μια ακόμα φορά άκουσε από την Καγκελάριο Μέρκελ, ο Ερντογάν δεν πήρε τελικά σε αυτό το σετ ούτε το αποτέλεσμα που θα του επέτρεπε να συνεχίσει ενισχυμένος την γεωπολιτική παρτίδα του, ούτε κάτι άλλο, πέραν της θετικής ατζέντας για το μέλλον των σχέσεων με την ΕΕ, ώστε να αντισταθμίσει τις πιέσεις που δέχεται εξ αιτίας της επιδείνωσης της τουρκικής οικονομικής κρίσης.

Το χειρότερο για αυτόν είναι ότι απέτυχε και στην προσπάθεια διαχωρισμού των ελληνοτουρκικών από τις ευρωτουρκικές σχέσεις και στην επιχείρηση μετατροπής των τελευταίων σε μοχλό σπασίματος του πάγου στον οποίο έχουν μπει οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις.

Οι θερμοκρασίες των τελευταίων φαίνεται μάλιστα να πέφτουν ακόμα περισσότερο όχι μόνον λόγω της τηλεφωνικής επικοινωνίας Μπάιντεν-Μητσοτάκη και της πρόσκλησης του δεύτερου στον Λευκό Οίκο. Αλλά κυρίως εξ αιτίας του “σφιχτού” πλαισίου εντός του οποίου ο πρώτος φαίνεται να έχει αποφασίσει να κινηθεί.

Η “εξομολόγηση” στους ευρωπαίους ηγέτες των ανησυχιών του για “τη δημοκρατική οπισθοδρόμηση της Τουρκίας” και τις σχέσεις της με την Ρωσία είναι χαρακτηριστική. Το ίδιο και τα δυο σαφή μηνύματα που έστειλε με την παρέμβασή του στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Το πρώτο είναι ότι η Αμερική επιστρέφει στην περιοχή καλύπτοντας το κενό που είχε αφήσει δίνοντας στην Τουρκία την δυνατότητα να το αξιοποιήσει αναβαθμίζοντας τον περιφερειακό της ρόλο.

Το δεύτερο είναι ότι η επιστροφή αυτή συνδέεται ευθέως με την απόφαση των ΗΠΑ όχι μόνον να αναθερμάνουν την ευρωατλαντική συμμαχία συμπεριλαμβάνοντας στην αποστολή και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, αλλά και να την ενεργοποιήσουν προς την κατεύθυνση της υπεράσπισης της Δημοκρατίας, των αρχών και των αξιών της.

Το ερώτημα είναι ποιες μπορεί να είναι οι αλλαγές συγκυριών και συσχετισμών που θα δώσουν στην Τουρκία τις ευκαιρίες που χρειάζεται για να υλοποιήσει τα ηγεμονικά της σχέδια.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο μέτωπο με την Ευρωπαϊκή Ένωση τα περιθώρια των ελιγμών της έχουν στενέψει μετά την “γραμμή” που έδωσε ο Πρόεδρος Μπάιντεν. Όμως δεν είναι μόνο στο καλάθι της ΕΕ που η Τουρκία τοποθετεί όλα τα αυγά της.

Πολύ δε περισσότερο που μεταξύ των 27 εταίρων της ΕΕ άλλα ζητήματα θα βαραίνουν το κλίμα. Ο πόλεμος των εμβολίων μαίνεται και οι αρνητικές επιπτώσεις της πανδημίας πολλαπλασιάζονται δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα γενικευμένης δυσθυμίας το μικρότερο κακό της οποίας είναι η εσωστρέφεια που προκαλεί ο εκνευρισμός που εκδηλώνεται τόσο στις σχέσεις μεταξύ των κρατών-μελών όσο και στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών.

Στα φορτία του ηλεκτρισμού της περιρρέουσας ατμόσφαιρας θα προστεθούν, βέβαια, τώρα και οι εντάσεις που μοιραία θα προκαλέσει το γεγονός ότι η ΕΕ καλείται πλέον να απαντήσει σε διλήμματα που θα προτιμούσε να αποφύγει, αλλά πλέον έχουν τεθεί επιτακτικά δυσκολεύοντας την θέση της και την διατήρηση της συνοχής της.

Όπως με την Τουρκία έτσι με την Ρωσία και την Κίνα οι 27 καλούνται να ξαναζυγίσουν τις συνεργασίες τους βάζοντας στην ζυγαριά τα οφέλη που αποκομίζουν για τα εθνικά τους συμφέροντα με το κόστος που μπορεί να επιφέρουν στις σχέσεις τους με την Ουάσιγκτον.

Υπολογισμός καθόλου εύκολος λαμβανομένου υπόψη ότι σε αυτή την ζυγαριά δεν βαραίνουν μόνον τα αντικρουόμενα σε πολλές περιπτώσεις οικονομικά συμφέροντα των επί μέρους κρατών-μελών της Ένωσης, αλλά και η κοινή ασφάλειά τους.

Αν η εξοικονόμηση του κόστους της τελευταίας επέτρεπε μέχρι τώρα στην ΕΕ να επικεντρώνεται στις αναπτυξιακές της προτεραιότητες και στην προσπάθεια ενοποίησης των οικονομιών της, εφεξής η διατήρηση αυτού του πλεονεκτήματος θα πρέπει να συνοδεύεται από αντίστοιχη συμμόρφωση της εξωτερικής της πολιτικής προς τις στρατηγικές προτεραιότητες των ΗΠΑ.

Δύσκολη εξίσωση για όλους. Ακόμα δυσκολότερη για την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία. Αλλά πολύ περισσότερο προβληματική για την Γερμανία που μέχρι σήμερα αύξανε το ειδικό βάρος της οικονομικής ισχύος της εξοικονομώντας τις δαπάνες που οι Αμερικανοί κατέβαλαν για την ασφάλειά της ενώ η ίδια φρόντιζε για την προώθηση των προνομιακών σχέσεών της με την Ρωσία, που της εξασφάλιζε την ικανοποίηση των ενεργειακών αναγκών της, με την Κίνα, που της άνοιγε τις αγορές της και με την Τουρκία στην οποία επένδυαν οι βιομηχανίες της και οι γεωπολιτικοί σχεδιασμοί της.

Η ανοιχτή αποκήρυξη από τις ΗΠΑ του γερμανορωσικού αγωγού Nord Stream 2 είναι μια πρώτη ένδειξη των δυσκολιών που θα έχει εφεξής το Βερολίνο να συμβιβάσει τα συμφέροντά του με τα προτάγματα της ευρωατλαντικής συμμαχίας. Πράγμα που πιθανότατα επηρεάσει την στάση του μπλοκ των υπολοίπων και πολύ εκτεθειμένων στην τουρκική οικονομική κρίση χωρών-ακόλουθων της φιλοτουρκικής Γερμανίας.

Θα είναι, ωστόσο, η εξέλιξη των σχέσεων με το Πεκίνο που θα καθορίσει την ένταση των πιέσεων που θα ασκηθούν από τον Λευκό Οίκο στους 27 για επίσπευση των στρατηγικών επιλογών τους.

Και εδώ τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Όχι τόσο διότι οι σινο-ρωσικές σχέσεις κινούνται ήδη προς την κατεύθυνση της συγκρότησης ενός ισχυρού ανταγωνιστικού μετώπου. Όσο διότι η Κίνα από μόνη της έχει αρχίσει να καταλαμβάνεται από μια κρίση ναρκισσιστικού μεγαλείου κάνοντας και άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων ίσως και η Τουρκία, να προεξοφλούν, την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία της και την ικανότητά της να ηγηθεί νέων συμμαχιών- αντίβαρων της ευρωατλαντικής.

Φάνηκε πριν λίγες ημέρες στις επίσημες δηλώσεις που έκαναν οι κινέζοι αξιωματούχοι μετά την πρώτη συνάντησή τους με την νέα αμερικανική διοίκηση στην Αλάσκα στις 18 Μαρτίου: Δεν έχετε να μας κάνετε κανένα μάθημα ηθικής, μιλάμε ως ίσοι προς ίσους, το πολιτικό σας σύστημα δεν είναι πλέον για κανέναν στον κόσμο αξιοζήλευτο. Αυτό ήταν περίπου κατά λέξη το μήνυμα που έστειλαν μέσω των αμερικανών συνομιλητών τους στην Δύση.

Ανάλογο ήταν και το μήνυμα που έστειλαν με την απόφασή τους να επιβάλουν κυρώσεις στους ευρωπαίους κοινοβουλευτικούς και διανοούμενους που επικρίνουν τις κινεζικές πρακτικές των κυβερνοεπιθέσεων, της καταστολής της μουσουλμανικής μειονότητας των Ουιγούρων, των αντιδημοκρατικών μέτρων που επιβάλλονται στο Χονγκ-Κονγκ, των περιοριστικών σε βάρος της Ταϊβάν κλπ.

Είχε προηγηθεί η τοποθέτηση του προέδρου Xi Jinping στην Λαϊκή Εθνοσυνέλευση της χώρας στις 5 Μαρτίου: Η Κίνα μπορεί να ξανακοιτάξει τον κόσμο στα μάτια. Η Ανατολή βρίσκεται σε άνοδο. Η Δύση ακολουθεί καθοδική πορεία.

Τοποθέτηση που αντανακλά την αίσθηση υπεροχής που δίνουν στην χώρα των δράκων οι επιδόσεις της στο μέτωπο κατά της πανδημίας, οι ρυθμοί της οικονομικής της ανάπτυξης και η δυναμική των τεχνολογικών καινοτομιών της. Δεν εννοεί να αντιπαρατεθεί με τις αμυντικές συμμαχίες των ΗΠΑ, ούτε με τους προϋπολογισμούς του Πενταγώνου. Ακολουθεί, όμως, επιμελώς την στρατηγική της εξάρτησης όσων συνεργάζονται μαζί της από την οικονομική και τεχνολογική κηδεμονία της.

Στόχος της η διεύρυνση της πολιτικής της επιρροής μέσα από τα επιχειρηματικά δίκτυα που δημιουργεί και την αξιοποίηση των εταιριών υψηλής τεχνολογίας, που στηρίζει με πλούσιες κρατικές επιχορηγήσεις, όπως, άλλωστε, κάνει και με τις εταιρείες που αναπτύσσουν δραστηριότητες σε άλλους στρατηγικούς τομείς (μεταφορών, ενέργειας κλπ).

Η Αυστραλία, για παράδειγμα, που διέταξε έρευνα για την προέλευση του COVID 19, καταβάλει ήδη το τίμημα του μποϋκοτάζ στα προϊόντα που εξάγει στην Κίνα. Είναι ένα ακόμη προοίμιο της εποχής του νέου ψυχρού πολέμου που μοιάζει αναπόφευκτος. Με δυο κρίσιμες, ωστόσο, διαφορές από τον προηγούμενο: τις ασύμμετρες απειλές που εμπεριέχει ο οικονομικοτεχνολογικός διεθνής ανταγωνισμός και την αντιστροφή υπέρ της Ανατολής των όρων της οικονομικής κυριαρχίας που στον προηγούμενο ασκούσε η Δύση.

Από τις πρώτες αγοράστριες κινεζικών εμβολίων η Τουρκία βρίσκεται εν αναμονή των εξελίξεων που κυοφορούνται στον Περσικό κόλπο με το Ιράν να εξελίσσεται και πάλι σε χώρα-κλειδί αυξάνοντας τις εξαγωγές πετρελαίου στην Κίνα και βολιδοσκοπώντας στρατηγική συμμαχία μαζί της.

Υπό την απειλή δημιουργίας ενός άξονα με το Ιράν και την Κίνα η Τουρκία θα μπορούσε να αντιστρέψει υπέρ αυτής τα διλήμματα που θέτουν οι ΗΠΑ στην Ευρώπη υποχρεώνοντας τες να ξανασκεφθούν το ξεπάγωμα των σχέσεων μαζί της.

Όσο, βέβαια, δεν ικανοποιείται η απαίτηση της Ουάσιγκτον να αποσυρθούν οι S-400 από το οπλοστάσιο της Τουρκίας, θα είναι δύσκολο να βρεθεί ένα modus vivendi μεταξύ Άγκυρας και Ουάσιγκτον παρά την δήλωση που ο Άντονυ Μπλίνκεν επανέλαβε στην προχθεσινή συνέντευξή του στο Euronews επιβεβαιώνοντας ότι η Τουρκία είναι ένας πολύτιμος σύμμαχος με τον οποίο η συνεργασία πρέπει να συνεχισθεί.

Εκτός αν η Τουρκία, χωρίς να υπαναχωρήσει στο θέμα των S 400, διακινδυνεύσει τις σχέσεις της με την Ρωσία – παρά το στρατηγικό χαρακτήρα που δείχνουν να έχουν πάρει μετά την συμμετοχή των Ρώσων στην κατασκευή του πυρηνικού σταθμού στο Ακούγιου. Καλά πληροφορημένοι κύκλοι επιμένουν ότι οι ρωσοτουρκικές σχέσεις είναι πιο εύθραυστες από όσο δείχνουν. Όχι τόσο εξαιτίας των μεταξύ τους ανοιχτών μετώπων στην Συρία και την Λιβύη, όσο εξ αιτίας των συζητήσεων που κάνει με την Ουκρανία για αμυντική συνεργασία ή έστω πώληση τουρκικών Drones και άλλου πολεμικού υλικού.

Πάντως μόνον τυχαίο δεν ήταν ότι ο Μπάιντεν μίλησε με τον Μητσοτάκη όχι μόνον για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, αλλά και για την Μαύρη Θάλασσα.

  1. liberal.gr

 

 

Σχόλια